Διαλύθηκαν εντίμως

«Οι Clash ήταν οι Beatles της γενιάς μας και ευτυχώς δεν θα γίνουν οι Rolling Stones μας». Με αυτή τη φράση είχε χαιρετίσει ο βρετανικός Τύπος τη διάλυση των μπαντίδος των μητροπόλεων πίσω στο 1985. Η Χίλντα Παπαδημητρίου, μεταφράστρια και συνεργάτις μουσικών περιοδικών, στο βιβλίο της «The Clash - The only band that matters» (εκδ. «Απόπειρα») ακολουθεί την πορεία τους από το 1976, που άνοιξαν μια συναυλία των Sex Pistols, μέχρι το τελευταίο και αποτυχημένο άλμπουμ τους, το «Cut The Crap». Συμπληρώνει τη σύντομη εξιστόρηση μιας πολυτάραχης διαδρομής με έναν πλήρη δισκογραφικό, Βιβλιογραφικό και φιλμογραφικό οδηγό. Μόνο που το βιβλίο της δεν είναι μια απλή διήγηση. Η συγγραφέας κατ' αρχήν υπενθυμίζει ότι, μουσικά τουλάχιστον, οι «Clash» πέρασαν πολύ γρήγορα από το μινιμαλισμό και το πληκτικό θόρυβο του βρετανικού πανκ για να προσθέσουν στο γκαράζ ήχο τους στοιχεία της ρέγγε, της σόουλ και του ρυθμ εν μπλουζ. Αλλά και πολιτικά ξέφυγαν σύντομα από την εξύμνηση της μηδενιστικής βίας, εισάγοντας έναν ευφυή στιχουργικό ανταρτοπόλεμο, που άλλοτε θύμιζε εξεγέρσεις -όπως στο Μπρίστολ ή στο Νότινγκ Χιλ-άλλοτε μιλούσε ενάντια στην εξουσία των Η ΠΑ, άλλοτε έκλεινε το μάτι στον εμφύλιο του '36 στην Ισπανία κι άλλοτε υμνούσε αντάρτικα κινήματα όπως των Σαντινίστας -πριν από την άνοδό τους στην εξουσία φυσικά.

Αλλά το πιο σημαντικό, ίσως, που υποστηρίζει το βιβλίο είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτά τα παιδιά της μεσοαστικής τάξης, όπως τα χλεύαζαν οι σκληροπυρηνικοί επαναστάτες, κατάφεραν να επιβάλουν τους δικούς τους όρους στις εταιρείες, ξεπέρασαν με άνεση τον τίτλο του αστέρα της ροκ και διαλύθηκαν πριν αντιμετωπίσουν την αναπόφευκτη παρακμή, παραμένοντας έντιμοι και σύμφωνοι με όσα υποστήριζαν στα τραγούδια τους.