Ο Γιώργος Θεοχάρης για το πρώτο βιβλίο της Χίλντας Παπαδημητρίου

Η Χίλντα έγραψε ένα αστυνομικό στα πρότυπα της παραδοσιακής αμερικάνικης σχολής, αλλά με κάποιες ιδιαιτερότητες, οι οποίες το καθιστούν κάτι παραπάνω από ένα καλό αστυνομικό.

Ας τα πάρω με τη σειρά. Η Χίλντα χρησιμοποιεί επιδέξια όλα τα κλασικά κόλπα για κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη: φόνους, θαμμένους υπαινιγμούς, ημερολόγια από το παρελθόν, σκοτεινά κίνητρα, εκπλήξεις, ανατροπές, έρωτες. Αλλά με φειδώ και αληθοφάνεια, χωρίς να εκβιάζει το συναίσθημα και χωρίς “άρρωστη” νοσταλγία. Η υπόρρητη συμπάθεια που δείχνει προς τους “κολλημένους με το βινύλιο” ενισχύεται από ένα μελαγχολικό χιούμορ (αν μου επιτρέπετε το οξύμωρο σχήμα). Η γλώσσα είναι στρωτή, χωρίς ακρότητες, όπως αρμόζει σε ένα αστυνομικό που πατάει με το ένα πόδι στην παράδοση. Όλοι οι δευτερεύοντες χαρακτήρες είναι στέρεα δομημένοι. Ο δε κεντρικός χαρακτήρας, ο αστυνόμος Χάρης Νικολόπουλος, είναι χτισμένος με εξαιρετική πρωτοτυπία: παχουλός, μαμάκιας, κοινωνικά αδέξιος. Το γεγονός ότι ο χαρακτήρας του εξελίσσεται ως όφειλε μέσα στην ιστορία είναι από τα θετικότερα σημεία του μυθιστορήματος (και ένα κλείσιμο του ματιού από τη Χίλντα στους αναγνώστες ότι έπεται και συνέχεια). Οι διάλογοι είναι –επιτέλους!– φυσικοί. Τέλος, κάτι σημαντικό, μιας και μιλάμε για αστυνομικό: η πλοκή δεν παρουσιάζει ούτε μία τρύπα (η Χίλντα σώζει και τα άσωστα!). Ως εδώ, έχουμε να κάνουμε με ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα. Τι είναι αυτό, λοιπόν, που το κάνει να ξεχωρίζει ανάμεσα στα ομοειδή του; Το soundtrack!

Ως γνωστόν, η Χίλντα ξέρει πολλή μουσική. Όμως, εδώ κατάφερε κάτι εξαιρετικά δύσκολο (που δεν μαρτυρά μόνο τις απαραίτητες γνώσεις, αλλά κυρίως συγγραφική μαστοριά): να διαπεράσει όλη την υπόθεση με τραγούδια, τα οποία ντύνουν τις σελίδες της μουσικά. Διαβάζεις και παράλληλα “ακούς”. Απίθανο εύρημα! Τα γούστα μας ταιριάζουν, άρα μιλάω υποκειμενικά. Πάντως, το βιβλίο λες και είναι γραμμένο για όσους γεννήθηκαν τέλη των 60s – αρχές των70s και επένδυσαν μεγάλο μέρος της ζωής τους με ( rock, κυρίως) μουσική.

Το βιβλίο έχει πολλή από την ίδια τη Χίλντα μέσα, αλλά όχι με τον άχαρο –και συχνά ενοχλητικό– τρόπο των προωτοεμφανιζόμενων. Ίσως επειδή η Χίλντα, με τόσες μεταφράσεις στο ενεργητικό της, δεν είναι “πρωτοεμφανιζόμενη” παρά μόνον τυπικά. Επίσης, δεν έχει κάνει το κλασικό λάθος να θεωρήσει τον εαυτό της a priori εξυπνότερο από τον αναγνώστη της.

Η εμπεριστατωμένη έρευνα πίσω από τα πραγματολογικά στοιχεία είναι εμφανής και αποδοτική. Οι δρόμοι, τα τοπωνύμια, τα μαγαζιά που αναφέρονται θα θυμίσουν πολλά στους Αθηναίους πενηντάρηδες αναγνώστες. Οι επιμελητές έχουν κάνει εξαιρετική δουλειά, τόσο γλωσσικά (ούτε ένα λάθος!) όσο και πραγματολογικά (απ’ όσο μπορώ να κρίνω με τις περιορισμένες δικές μου μουσικές γνώσεις). Και το εξώφυλλο είναι υπέροχο, έτσι που μιμείται τα “παραλογοτεχνικά” αριστουργήματα που σημάδεψαν τη νεότητά μας.

Ομολογώ ότι είμαι προκατειλημμένος υπέρ αυτού του μυθιστορήματος αφενός γιατί αναφέρεται στη γενιά μου και αφετέρου γιατί η Χίλντα είναι φίλη μου. Αυτό, όμως, δεν με εμποδίζει να πω ότι ότι πρόκειται για ένα καταπληκτικό μυθιστόρημα που αξίζει να διαβαστεί όχι μόνο από τους λάτρεις των αστυνομικών και τους μουσικόφιλους, αλλά από όποιον εκτιμάει την ακομπλεξάριστη λογοτεχνία. Θα περιμένω εναγωνίως τη συνέχεια (το δεύτερο άλμπουμ υπήρξε ανέκαθεν το καθοριστικό για την πορεία ενός συγκροτήματος, σωστά;) γιατί το πράγμα φωνάζει από μόνο του: με τον χαρακτήρα του αστυνόμου Χάρη Νικολόπουλο η Χίλντα χτύπησε φλέβα που δεν πρέπει να αφήσει ανεκμετάλλευτη.

[Καλοτάξιδο, Χίλντα!]