Χιροσίμα και Ναγκασάκι

....είμαι αυτός που επέζησε, φίλε Οπενχάιμερ!
Τα χέρια μου και τα πόδια μου τα `χω ξεθάψει
από τη Χιροσίμα.
Τα χείλη μου γίνηκαν σκόνη και πέσανε.
Το άσπρο μου σαν ασβεστωμένο πρόσωπο,
δεν μπορεί πια να κλάψει, να γελάσει, να `χει
ένα όνομα....
‘Στον Ρόμπερτ Οπενχάιμερ’ [1]
Νικηφόρος Βρεττάκος[από τα Λουλούδια της Χιροσίμα, της Εντίτα Μόρις, εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ 1975]

[Εισαγωγή: Ο 20ος αιώνας είναι πολύ κοντά μας ακόμα, αλλά συναισθηματικά και λογικά έχουμε πάρει κάποιες αποστάσεις, ώστε να μπορούμε να κρίνουμε με περισσότερη διαύγεια τα πιο σημαντικά γεγονότα του. Κι ενώ κανένας εχέφρων άνθρωπος δεν αμφιβάλει ότι η χρήση της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι ήταν ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, ο προβληματισμός μας με αφορμή τα πενήντα πέντε χρόνια από τη μοιραία 6η Αυγούστου 1945, θα πρέπει να συγκεντρωθεί στα ιστορικά περιστατικά που οδήγησαν στη χρήση της ατομικής  βόμβας, και στα διδάγματα που πήραμε (;) από τον πυρηνικό όλεθρο.]

Η αναπάντεχη επίθεση των Γιαπωνέζων στην αμερικανική ναυτική βάση του Περλ Χάρμπορ, στις 7 Δεκεμβρίου του 1941, εξανάγκασε την Αμερική να μπει στον πόλεμο, ο κύριος όγκος όμως των αμερικανικών δυνάμεων διοχετεύθηκε στην κατεχόμενη Ευρώπη. Μετά την κατάρρευση της Γερμανίας στις 9 Μαϊου 1945, ο πόλεμος φάνηκε να παίρνει τέλος, με εξαίρεση τους Γιαπωνέζους που μάχονταν ακόμα σκληρά. Εν τω μεταξύ, Αμερικανοί και Βρετανοί συνεργάζονταν σε ένα άκρως απόρρητο σχέδιο υπό την άμεση επίβλεψη του προέδρου Ρούζβελτ. Το σχέδιο με το κωδικό όνομα ‘Μανχάταν  Πρότζεκτ’, αφορούσε τη δημιουργία της πρώτης ατομικής βόμβας σε μια μυστική βάση του Νιου Μέξικο, στο Λος Αλαμος. Η πρώτη πειραματική δοκιμή έγινε στις 16 Ιουλίου 1945 στην τοποθεσία Τρίνιτυ, στο νότιο Νιου Μέξικο.
Η παγκόσμια κοινότητα περίμενε πια τη συνθηκολόγηση της Ιαπωνίας από στιγμή σε στιγμή, υπό την απειλή της σχεδιαζόμενης απόβασης των Αμερικανών. Μια σειρά όμως από ιστορικές συγκυρίες και άγνωστα περιστατικά οδήγησαν τελικά την ηγεσία των ΗΠΑ στην απόφαση να χρησιμοποιήσει στις 6 Αυγούστου την ατομική βόμβα στη Χιροσίμα, και τρεις μέρες αργότερα μια δεύτερη στο Ναγκασάκι. Στις ιστορικές συγκυρίες εντάσσονται ο θάνατος του προέδρου Ρούζβελτ από εγκεφαλικό στις 12 Απριλίου 1945, η αντικατάστασή του από τον αντιπρόεδρο Χάρυ Τρούμαν και η Διάσκεψη του Πότσδαμ, στην οποία οι Τρεις Μεγάλου (ΗΠΑ, Σοβιετική Ένωση και Αγγλία) συναντήθηκαν για να αποφασίσουν την ανασυγκρότηση της Γερμανίας, την κατάσταση στην Ανατολική Ευρώπη και την συνθηκολόγηση της Ιαπωνίας. Στο Πότσδαμ αποφασίστηκε να σταλεί στις 26 Ιουλίου 1945 ένα τελεσίγραφο στους Ιάπωνες, το οποίο τους ζητούσε την άνευ όρων παράδοσή τους. Το τελεσίγραφο όμως δεν προσδιόριζε τη μελλοντική τύχη του Αυτοκράτορας της Ιαπωνίας, ο οποίος για τους υπηκόους του επείχε θέση θεού.
Νωρίς το πρωί της 6ης Αυγούστου, και ενώ οι διαβουλεύσεις περί παράδοσης μέσα στους κόλπους της ιαπωνικής κυβέρνησης συνεχίζονταν ακόμα, ένα αμερικανικό βομβαρδιστικό Β-29 ονόματι Enola Gay, με πιλότο τον Πωλ Τίμπετς, έριξε την πρώτη ατομική βόμβα ουρανίου στην πόλη Χιροσίμα. Το ‘χαϊδευτικό’ όνομα της βόμβας ήταν ‘Little Boy’, και μέσα σε δέκατα του δευτερολέπτου σκότωσε γύρω στις 90,000 ανθρώπους, ενώ μέχρι το τέλος της χρονιάς τα θύματα έφτασαν τις 130,000. Πριν προλάβει η Ιαπωνία να ξεπεράσει το σοκ της επίθεσης, στις 9 Αυγούστου ακολούθησε ένα δεύτερο, διπλό χτύπημα. Οι Αμερικανοί έριξαν μια ατομική βόμβα πλουτωνίου αυτή τη φορά [τον ‘Fat Boy’] στο Ναγκασάκι (με 70,000 θύματα), ενώ το ίδιο πρωί η Σοβιετική Ένωση κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας. Αυτά τα δύο χτυπήματα εξανέμισαν κάθε ελπίδα των Γιαπωνέζων για αξιοπρεπή συνθηκολόγηση, και στις 14 Αυγούστου ο αυτοκράτορας Χιροχίτο ανήγγειλε την άνευ όρων παράδοση της χώρας του.
Ποια περιστατικά όμως - άγνωστα ή λιγότερα γνωστά - οδήγησαν στην απόφαση για τη ρίψη των ατομικών βομβών; Φυσικά, από καθαρά ανθρωπιστική και ηθική άποψη, είναι σίγουρο ότι καμία δικαιολογία δεν υπάρχει για την εξόντωση του πληθυσμού δύο πόλεων – 240,000 αμάχων και γυναικόπαιδων. Έστω όμως από καθαρά στρατιωτική και πολιτική άποψη, ήταν πράγματι επιβεβλημένη η χρήση τους; Η επίσημη δικαιολογία της αμερικανικής κυβέρνησης ήταν ότι αν δεν χρησιμοποιούσε τις βόμβες, ο πόλεμος θα διαρκούσε ακόμα ένα εξάμηνο περίπου, με μεγάλες περαιτέρω στρατιωτικές απώλειες. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι οι ειρηνόφιλοι της ιαπωνικής κυβέρνησης είχαν ζητήσει τη μεσολάβηση του Στάλιν για να επιτευχθεί μια αξιοπρεπής παράδοση ήδη από τις 22 Ιουνίου, αφού η Σοβιετική Ένωση ήταν η μοναδική χώρα που είχε υπογράψει και τηρούσε ακόμα ένα σύμφωνο ουδετερότητας με την Ιαπωνία. Ταυτόχρονα, ήταν προφανές ότι η ιαπωνική ηγεσία δίσταζε να συνθηκολογήσει μέχρι να ρυθμιστεί το θέμα της τύχης του Αυτοκράτορα Χιροχίτο, ένα ζήτημα που – επίτηδες; - είχαν αφήσει αδιευκρίνιστο οι Σύμμαχοι. Ακόμα και στους κόλπους της αμερικάνικης κυβέρνησης όμως, ακούστηκαν πολλές εναλλακτικές προτάσεις, όπως να συνεχιστούν και να ενταθούν οι βομβαρδισμοί στρατιωτικών και βιομηχανικών στόχων στην Ιαπωνία και ο ναυτικός αποκλεισμός της, ή να γίνει μια δοκιμαστική πυρηνική ρίψη σε μη κατοικημένη ιαπωνική περιοχή, παρουσία διεθνών παρατηρητών, για να εξαναγκαστούν οι Ιάπωνες σε συνθηκολόγηση. Οι Αμερικανοί εντούτοις ήθελαν να κάνουν επίδειξη δύναμης, διότι ενώ ο πρόεδρος Ρούζβελτ διατηρούσε αγαθές σχέσεις με τον Στάλιν και θεωρούσε τους Σοβιετικούς φυσικούς συμμάχους του, ο Τρούμαν εκπροσωπούσε τη σκληροπυρηνική γραμμή της αμερικάνικης πολιτικής, από την οποία εκπορεύτηκε στη συνέχεια ο Ψυχρός Πόλεμος. Άλλωστε, μην ξεχνάμε ότι στο ‘Μανχάταν Πρότζεκτ’ είχαν ξοδευτεί δύο δισεκατομμύρια δολάρια, και ο Τρούμαν ήθελε να αιτιολογήσει τις πυρηνικές έρευνες με μια επίδειξη ισχύος. Οι Ιάπωνες ήταν εύκολος και αναμενόμενος στόχος, λόγω του συλλογικού μίσους της αμερικάνικης κοινής γνώμης εναντίον τους –η οποία δεν μπορούσε να ξεχάσει το Περλ Χάρμπορ. Στην πρόταση να γίνει επίδειξη της βόμβας σε μη κατοικημένη περιοχή, ο Τρούμαν απάντησε - σε ελεύθερη μετάφραση – ότι δεν υπήρχαν λεφτά για πέταμα (!).
Όταν η Ιαπωνία δέχτηκε και υπέγραψε την άνευ όρων συνθηκολόγησή της στις 2 Σεπτεμβρίου 1945, οι Αμερικανοί δεν συζήτησαν καν το θέμα του Αυτοκράτορα, ο οποίος θεωρήθηκε αυτονόητο ότι θα παραμείνει επικεφαλής της χώρας, χωρίς άμεση ανάμειξη στις πολιτικές και στρατιωτικές αποφάσεις – μια ανάμειξη που δεν είχε ποτέ, αφού θεωρούνταν θεός. Έτσι, ο πόλεμος έληξε με 250,000 επιπλέον θύματα από πλευράς Ιαπωνίας – κι έναν Αμερικανό: τον πιλότο Τίμπετς, που πολύ σύντομα παρουσίασε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα και κλείστηκε δια βίου σε νευρολογική κλινική. Ο προαναφερόμενος αριθμός των θυμάτων αφορά μόνο όσους σκοτώθηκαν την ώρα της έκρηξης και μέχρι το τέλος εκείνης της χρονιάς. Οι πιο μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της ραδιενέργειας έγιναν γνωστές στη συνέχεια, όπως η ραγδαία και κατακόρυφη αύξηση των καρκίνων, οι τερατογενέσεις, τα ψυχολογικά και παθολογικά προβλήματα των επιζώντων [2]. 
Και εδώ μπαίνει το καίριο ερώτημα: διδάχτηκε τουλάχιστον κάτι η διεθνής κοινότητα από την εκατόμβη της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι; Η απάντηση μοιάζει δυστυχώς μάλλον αρνητική. Οι Σοβιετικοί θορυβημένοι επιτάχυναν τις έρευνές τους, με αποτέλεσμα τέσσερα χρόνια αργότερα, τον Αύγουστο του 1949, να κάνουν την πρώτη πυρηνική τους επίδειξη σε μια έρημη περιοχή μεταξύ Ουζμπεκιστάν και Καζακστάν. Όλη τη δεκαετία του `50, οι πυρηνικές δοκιμές των δύο υπερδυνάμεων διαδέχονταν η μία την άλλη, με τους Βρετανούς να μπαίνουν κι αυτοί στο παιχνίδι, και τους Γάλλους και τους Κινέζους να τους μιμούνται από τις αρχές της δεκαετίας του `60. Τη δεκαετία του `70 μπήκε στο χορό ο τρίτος κόσμος με επικεφαλής την Ινδία, ενώ μετά την κατάρρευση του Ανατολικού μπλοκ, οι επιστήμονες και ο πυρηνικός εξοπλισμός των Ρώσων βρήκαν καταφύγιο σε όποιον ήταν διατεθειμένος να τους φιλοξενήσει. Το 1996, όταν υπογράφτηκε η πιο πρόσφατη Διεθνής Συνθήκη Απαγόρευσης των Πυρηνικών Δοκιμών, ο αριθμός των κρατών που είχαν κάποιου είδους πυρηνικές εγκαταστάσεις – άρα και τη δυνατότητα κατασκευής πυρηνικών όπλων, είχε φτάσει τα 44: Αίγυπτος, Αλγερία, Αργεντινή, Αυστραλία, Βέλγιο, Βιετνάμ, Βουλγαρία, Βραζιλία, Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ελβετία, ΗΠΑ, Ιαπωνία, Ινδία, Ινδονησία, Ιράν, Ισπανία, Ισραήλ, Ιταλία, Καναδάς, Κίνα, Κολομβία, Κονγκό, Βόρεια και Νότια Κορέα, Μεξικό, Μπαγκλαντές, Νορβηγία, Νότια Αφρική, Ολλανδία, Ουγγαρία, Ουκρανία, Πακιστάν, Περού, Πολωνία, Ρουμανία, Ρωσία, Σλοβακία, Σουηδία, Τουρκία, Φινλανδία και Χιλή. Από αυτές, 15 χώρες υπέγραψαν μεν αλλά δεν κύρωσαν τη συμφωνία (ανάμεσά τους οι ΗΠΑ, το Ισραήλ, η Ρωσία και η Τουρκία), ενώ τρεις - Ινδία, Πακιστάν και Βόρεια Κορέα - αρνήθηκαν να την υπογράψουν παντελώς. Και εδώ μας έρχεται στο νου ο μακαρίτης ο Αϊνστάιν, που όταν ρωτήθηκε με τι όπλα θα διεξαχθεί ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος, είχε απαντήσει ‘Δεν ξέρω για τον τρίτο, αλλά ο τέταρτος θα γίνει με τόξα και βέλη’.

[1] Ο Οπενχάιμερ ήταν ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας στο Λος Αλαμος.
[2] Μερικά στατιστικά στοιχεία:
Ο ‘Little Boy’ ζύγιζε 4 τόνους, περιείχε ουράνιο 235, και την ώρα της έκρηξης δημιούργησε μια πύρινη σφαίρα διαμέτρου 15 μέτρων και θερμοκρασίας 300,000 βαθμών. Η κορυφή του ‘ατομικού μανιταριού’ έφτασε στα 17,000 μέτρα. Για μια ολόκληρη ώρα μετά την έκρηξη, τα ραδιενεργά κατάλοιπα έπεφταν υπό τη μορφή μαύρης βροχής, καταστρέφοντας και μολύνοντας τα πάντα. Η τρομακτική θερμότητα προκάλεσε το θάνατο σε όλους όσοι βρέθηκαν σε ακτίνα ενός χιλιομέτρου από το επίκεντρο της έκρηξης, ενώ κατέστρεψε όλα τα κτίσματα. Το ωστικό κύμα που προκλήθηκε, συμπλήρωσε την καταστροφή των κτιρίων με αποτέλεσμα να παγιδευτούν και να καούν στα συντρίμμια πολλοί άμαχοι, ενώ όσοι βρέθηκαν σε απόσταση 3-5 χιλιομέτρων μολύνθηκαν θανάσιμα από τη ραδιενέργεια. Οι πιο μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στους διασωθέντες ήταν καταρράκτες, λευχαιμία και διάφορες μορφές καρκίνου, έτσι είναι αδύνατον να υπολογίσουμε με ακρίβεια τον πραγματικό αριθμό των θυμάτων της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι.

Χίλντα Παπαδημητρίου