Το κείμενο του Φοίβου Δεληβοριά για την παρουσίαση του βιβλίου, στις 14/6, στο Floral

Φαντάζομαι τη Χίλντα στο δισκάδικο, στην Πλατεία Νέας Σμύρνης. Την φαντάζομαι στα μέσα του ’80, τότε που αγόρασα από κει το «The Freewheelin’ Bob Dylan». Παρότι την είδα πολλές φορές εκεί, παρότι με ήξερε κι εκείνη γιατί ήταν πολύ φίλη με τον θείο μου το Νίκο, εγώ δε λέω «θυμάμαι», λέω «φαντάζομαι». Γιατί πλέον, μετά από την ανάγνωση του δεύτερου βιβλίου της, εκείνο το παλιό δισκάδικο άλλαξε μορφή οριστικά πια στο μυαλό μου. Δεν είναι το κομψό  μαγαζάκι που θυμάμαι, με την επιμελήμένη του προθήκη, με τη δική του νάϋλον σακούλα, με την ταμειακή του μηχανή. Είναι το ορμητήριο μιας περίεργης ντετέκτιβ, όχι σαν την Μις Μαρπλ, ούτε και σαν την Ιμογένη του Εσμπραγιά.Η Χίλντα είναι πιο πολύ σαν ηρωϊδα βιβλίου του Χρήστου Βακαλόπουλου και δεν εξιχνιάζει φόνους ανθρώπων της περιοχής, αλλά έναν πολύ μεγαλύτερο φόνο, που συνέβη μπροστά στα μάτια όλων μας, αλλά κανείς μας δεν τον πήρε έγκαιρα χαμπάρι: τον φόνο μιας ολόκληρης εποχής.

Η Χίλντα Παπαδημητρίου είδε την εποχή για την οποία σας λέω μέσα από τους δίσκους, μέσα απ’τις ταινίες και μέσα απ’την παραλογοτεχνία. Η αγάπη για όλα αυτά φαίνεται σαν βαθύ προσωπικό της στήριγμα μέσα στα δυο βιβλία της.Οι άνθρωποι που σύχναζαν στο μαγαζί της, τα Γκόλουμ  που ήθελαν να μαζέψουν τα πάντα, οι έφηβοι που έψαχναν για λίγο και μετά η ζωή τους έκανε να τα ξεχάσουν όλα, οι νοικοκυρές  που έπαιρναν τα Χριστούγεννα τις κασέτες του Πάριου, οι Κνίτες και οι Ρηγάδες που έπαιρναν πάντα τα αντίθετα, οι πωλητές των εταιριών με τα μπιχλιμπίδια τους, οι μουσικοκριτικοί που ήθελαν να είναι οι μοναδικοί νυμφίοι της Παρθένου, οι τραγουδοποιοί κι οι μουσικοί  με την κουτοπονηριά και την απελπισία ενός που θέλει να είναι ελεύθερος, αλλά να είναι και πρώτος. Όλοι αυτοί  έμαθαν στην σιωπηλή ντετέκτιβ μας πως ό,τι αγαπάμε, ό,τι τροφοδοτεί και δίνει φως στη φαντασία μας ,είναι φυλακισμένο πιο βαθειά κι απ’ό,τι φαίνεται-κι έξω απ’την πόρτα του καραδοκούν όλα τα περίεργα ζωάκια που περιμένουν να πεθάνει για να τραφούν.Έμαθε , δηλ. νωρίς η Χίλντα, λόγω δουλειάς τόσο σχετικής μ’εκείνο που αγαπούσε,  πως το γνωστό τραγούδι των «Εξαδάκτυλος» «Έχουν κακούς σκοπούς» ήταν αλήθεια και βρισκόταν παντού γύρω απ’τη μουσική.

Η δεύτερη περιπέτεια του αστυνόμου Χάρη Νικολόπουλου, του παχουλού, κομμάτι ευνουχισμένου και με κάπως παιδική ψυχοσύνθεση ήρωα των αστυνομικών μυθιστορημάτων της Χίλντας ξετυλίγεται κι αυτή στα πέριξ της μουσικής. Αυτή τη φορά στα πέριξ της μικρής μας μουσικής βιομηχανίας. Εκτυλίσσεται στα 2007, λίγο πριν ξεσπάσει η κρίση, το καλοκαίρι που καιγόταν η Ελλάδα.

Το μεγάλο του ενδιαφέρον εντοπίζεται στο ότι κακός και δολοφόνος του βιβλίου δεν είναι μόνο ο κακός και δολοφόνος-που, όπως σε όλα τα αστυνομικά μυθιστορήματα, οφείλουμε να τον βρούμε παρέα με τον ήρωα. Δολοφόνοι με τον τρόπο τους (και με κακούς σκοπούς) είναι όλοι οι ήρωες του βιβλίου, ακόμα και το κοσμαγάπητο θύμα, ο έντεχνο-world τροβαδούρος Απόστολος Μελισσηνός. Όλοι κινούνται γύρω από ένα ψέμα: το όνομα του Μελισσηνού δεν είναι αληθινό, αλλά κλεμμένο από έναν παλιό, άγνωστο στους πολλούς κρητικό λυράρη. Το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για τη μουσική του. Οι δίσκοι του έχουν αστεία, επιτηδευμένα ψευτοποιητικά ονόματα, όπως και οι στίχοι του. Η χρήση της λύρας και η κλοπή της παράδοσης κρύβει το κενό που υπάρχει από κάτω. Ο ίδιος και η παρέα του ξεκίνησαν τη σχέση τους με τη μουσική καταπιεσμένοι και καταπιεσμένοι την συνέχισαν ,είτε πέτυχαν όπως εκείνος είτε απέτυχαν. Γενικώς, η μουσική, μας λέει η Χίλντα, υπήρξε για τους ανθρώπους αυτούς μόνο πρόσχημα. Κι αυτό είναι το κοινό μεγάλο έγκλημά τους.

Γιατί αν η μουσική για τους δημοφιλείς εκπροσώπους της είναι μόνο ένα πρόσχημα, τι μέλλον έχει μια κοινωνία και μια εποχή που θέλει κατά κύριο λόγο να στηρίξει τη μοναδική διαφυγή και το όνειρό της στη μουσική;

Η εποχή, λοιπόν, της Μεταπολίτευσης είναι αυτή που δολοφονείται στο βιβλίο της Χίλντας. Και δολοφονείται από τα πρόσωπα και τα πράγματα που πίστεψε πιο πολύ. Μια απ’τις πολλές κρυμμένες ειρωνίες του βιβλίου είναι ότι ο –καθόλου μπατσοειδής- ήρωάς του, έχει πολύ υγιέστερη σχέση με τη μουσική  (παρ’ότι άσχετος),  απ’ό,τι οι υπόλοιποι , ειδήμονες ήρωες του βιβλίου. Η περιγραφή των αισθημάτων του όταν ακούει την κασέτα με το ελληνικό ροκ του ’70 ή το «fairytales» του Χρήστου Γαλανόπουλου, λέει  πολλά, μ’έναν συγκινητικό, υπαινικτικό τρόπο.

Το «Εχουν όλοι κακούς σκοπούς» έχει τρεις δρόμους, λοιπόν, μέσα απ’τους οποίους μπορεί κανείς να το ακολουθήσει.

  1. Σαν καλογραμμένο και λειτουργικό αστυνομικό, γεμάτο άμμο από τις παραλίες και λαδιές από το εστιατοριάκι του νησιού.
  2. Σαν μελαγχολική σάτιρα, γεμάτη κρυφά αστεία και ειρωνίες για τη στάση όλων μας την εποχή που τέλειωσε στα τέλη του 2008.
  3. Σαν mixtape, διαφόρων μουσικών ειδών, που όμως φιλοτεχνούν το ειλικρινές πορτρέτο της μουσικής εποχής στην οποία μεγαλώσαμε. Διαβάστε το δίπλα στο youtube για να έχετε μιαν άμεση υπόκρουση των τραγουδιών που αναφέρει στην ανάγνωσή σας.

Το δισκάδικο, λοιπόν, της Χίλντας, δεν έκλεισε ποτέ. Μόλις πριν δυο χρόνια άνοιξε, θα έλεγα. Κι είναι έτοιμο να μας παρακολουθήσει στις περιπέτειες που ζούμε σήμερα και να λύσει τα σημερινά μυστήρια με την πιο αλάνθαστη εξιχνιαστική μέθοδο: την αληθινή αγάπη για τη μουσική.

Φοίβος Δεληβοριάς
14-6-2013