MUSICAL NOIR: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ, ΚΑΙ ΘΑ ΠΕΙΣ ΚΙ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

–Μια συνέντευξη με τον Χάρη Νικολόπουλο–

Τον αστυνόμο Χάρη Νικολόπουλο τον γνώρισα το 2011, στο “Για μια Χούφτα Βινύλια”. Το 2013, τον ξαναβρήκα στο “Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς”, το οποίο όμως διαδραματίζεται το καλοκαίρι του 2007. Έχουν περάσει έκτοτε έξι χρόνια– πολύς καιρός για να μείνει ένας ήρωας ανενεργός. Αν περίμενα να μάθω από τα μυθιστορήματα, θα περνούσαν κάμποσα χρόνια μέχρι να ταυτιστεί ο πραγματικός με τον μυθοπλαστικό χρόνο. Ο μόνος τρόπος που σκέφτηκα για να ικανοποιήσω την περίεργη περιέργειά μου ήταν να μπλέξω τους χρόνους στο άυλο παρόν και να συναντήσω τον ίδιο, δια ζώσης.

Όταν ζήτησα από τη Χίλντα Παπαδημητρίου την άδεια να πάρω συνέντευξη από τον Χάρη Νικολόπουλου, μου απάντησε ότι δεν έχει αντίρρηση, «αλλά δεν εξαρτάται από μένα, αλλά από τον ίδιο». «Αν πει “ναι” η δημιουργός, θα πει “όχι” το δημιούργημα;» ρώτησα ρητορικά. Εκείνη όμως μου έδωσε μια καθόλου ρητορική απάντηση στη φαινομενικά αναπάντητη ερώτηση, περιπλέκοντας έτι περαιτέρω τον χωροχρόνο μας: «Δεν θα μου κάνει καμία εντύπωση. Ο Χάρης έχει αλλάξει, δεν είναι αυτός που ήταν όταν τον πρωτοσκέφτηκα». Μου έδωσε έναν αριθμό τηλεφώνου στη ΓΑΔΑ και αρνήθηκε οποιαδήποτε άλλη ανάμειξη.

Κάλεσα τον αριθμό που μου έδωσε, τον ζήτησα, με συνέδεσαν. Αφού συστήθηκα, του είπα ότι ήθελα να του πάρω συνέντευξη. Αρχικά αρνήθηκε, προφασιζόμενος φόρτο εργασίας. Οι αντιστάσεις του κάμφθηκαν –οριακά, ομολογώ– μόνο όταν τον διαβεβαίωσα ότι «η κυρία Παπαδημητρίου δεν έχει αντίρρηση». Συμφωνήσαμε να βρεθούμε το ίδιο απόγευμα στο καφέ στο Πάρκο Ελευθερίας, δίπλα στο Μέγαρο Μουσικής, για να μοιράσουμε την απόσταση.

Πήγα στο ραντεβού νωρίτερα. Βάσει της καταγεγραμμένης περιγραφής του, περίμενα έναν σαραντάρη «μεγαλόσωμο, ατσούμπαλο, ντροπαλό». Ήρθε στην ώρα του. Φορούσε μπεζ λινό κουστούμι, καφέ δερμάτινα παπούτσια, λευκό πουκάμισο. Όχι ακριβώς το στερεότυπο του ατσούμπαλου. Μεγαλόσωμος ναι, αλλά όχι χοντρός. Χαριτωμένα αδέξιος, με τον τρόπο του Οβελίξ. Ανήκει στην κατηγορία των εύσωμων που αδυνατείς να τους φανταστείς ανορεξικά αδύνατους – ή μάλλον, μπορείς, αλλά τότε θα μιλάς για κάποιους άλλους.  Ξανθός και γαλανομάτης, αλλά έτη φωτός μακριά από τα στερεότυπα και της ροζ λογοτεχνίας και της άχρωμης Βόρειας Ευρώπης. Έδινε την εντύπωση ανθρώπου που αποφεύγει –μάταια– να τραβήξει την προσοχή πάνω του. Εμφανώς συνεσταλμένος και εγγενώς ντροπαλός, σαν κάποιος που εκ των πραγμάτων φαίνεται, ενώ δεν “δείχνεται”.

Παρόλη τη φυσική του συστολή, συμφώνησε αμέσως να μιλάμε στον ενικό. Αφού παράγγειλε (ανθρακούχο νερό – απρόσμενη επιλογή· η μήπως όχι;), έβαλα μπρος το κασετοφωνάκι (με την άδειά του, εννοείται).

Ε: Απ’ ό,τι ξέρω, μικρός ήθελες να γίνεις κτηνίατρος. Πώς κι έγινες αστυνομικός, τελικά;

Α: Με απέτρεψαν οι γονείς μου, όταν συνειδητοποίησαν  ότι δεν τα κατάφερνα στη φυσικοχημεία και θα δυσκολευόμουν να πιάσω τις μονάδες που χρειάζονταν. Κι ήθελα να κάνω το χατίρι του πατέρα μου, ο οποίος, ταλαιπωρημένος από τη ζωή, λαχταρούσε να με δει να αποκτάω λίγη εξουσία.

Ε: Απόκτησες;

Α: Χα! Όχι. Αλλά απόκτησα την επίγνωση ότι δεν θα αποκτήσω ποτέ την εξουσία που είχε κατά νου ο πατέρας μου.

Ε: Απ’ ότι ξέρω, σου αρέσουν τα αστυνομικά μυθιστορήματα και οι παλιές ασπρόμαυρες αστυνομικές ταινίες. Πώς σου προέκυψαν αυτές οι αγάπες;

Α: Κι αυτά αδυναμίες του πατέρα μου ήταν. Εκείνος διάβαζε αποκλειστικά αστυνομική λογοτεχνία και πήγαινε να δει τις ασπρόμαυρες μεταφορές στο σινεμά. Ενστικτωδώς, ένιωσα να θαυμάζω τους λεπτούς και κομψούς ήρωες με τα τουίντ κοστούμια και τις ρεπούμπλικες, και τις ηρωίδες με τα μεσάτα ταγιέρ και τα μικρά καπελάκια. Ήταν κι αισθητικό το θέμα, δηλαδή. Για να καταλάβεις, κάνε μια σύγκριση ανάμεσα στη μόδα της δεκαετίας του ’70 και του ’80, με εκείνη του ’50. Σύγκρινε τον Μπόγκαρτ με τον Ντέιβιντ Χάσελχοφ ή με τους τύπους στο Στάρσκι & Χατς. Ή τη Λορίν Μπακόλ με τη Φάρα Φόσετ ή την Τζόαν Κόλινς.

Ε: Απ’ ό,τι αντιλαμβάνομαι, έχεις κολλήσει πολλά ένσημα μπροστά στην τηλεόραση μικρός.

Α: Όπως κάθε μοναχοπαίδι.

Ε: Μετανιώνεις; Θέλω να πω, θα προτιμούσες να είχες παίξει περισσότερο με τους φίλους σου απ’ να κάθεσαι μόνος σου να βλέπεις τηλεόραση;

Α: Τους φίλους μου; Εεε… Η τηλεόραση δεν ήταν επιλογή μου, αλλά, όχι, δεν μετανιώνω. Είναι κι αυτή ένα σχολείο.

Ε: Όπου μαθαίνεις τι; Τη ζωή όπως δεν είναι;

Α: Όπου μαθαίνεις τα πάντα για το τίποτα. Η ζωή όπως δεν είναι, είναι κι αυτή ζωή.

Ε: Για πες μου κάτι παραπάνω για τα αγαπημένα μυθιστορήματα. Και τις ταινίες που έχουν ξεχωριστή σημασία για σένα. Δώσε μου τα top-five, έτσι όπως σου έρχονται στο μυαλό, χωρίς πολλή σκέψη.

Α: Μυθιστορήματα. “Αντίο, γλυκιά μου”, Τσάντλερ. “Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές”, Τζέημς Κέιν. “Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ”, Χάισμιθ. “Το γεράκι της Μάλτας”, Χάμετ. “Ποιος σκότωσε τον Ρότζερ Άκροϊντ”, Άγκαθα Κρίστι. Ταινίες. “Ρεβέκα”, Χίτσκοκ. “Ο τρίτος άνθρωπος”, Κάρολ Ριντ. “Λόρα”, Ότο Πρέμινγκερ. “Οι δολοφόνοι”, Ρόμπερτ Σιόντμακ. “Μ”, Φριτς Λανγκ. Τέτοια πράγματα.

Ε: Εντυπωσιακό! Όχι οι επιλογές, ο ρυθμός. Και οι επιλογές, εδώ που τα λέμε.

Α: Όπως μου ήρθαν στο μυαλό σ’ τα είπα. Για να καταλάβεις περίπου τι μου άρεσε να διαβάζω και να βλέπω. Κι ακόμα μου αρέσουν, δηλαδή.

Ε: Κατάλαβα. Και οι Beatles; Αυτοί πώς σου προέκυψαν;

Α: Οι ξαδέλφες μου άκουγαν συνέχεια ξένη μουσική που δεν καταλάβαινα και δεν μου άρεσε, επειδή ήταν θορυβώδης. Αλλά οι Beatles έχουν υπέροχα φωνητικά και γλυκές μελωδίες. Στα τραγούδια τους ακούς τσέμπαλο και πνευστά, άρπες και σιτάρ, ένα σωρό όργανα που δεν σου τρυπάνε τα αυτιά. Κι επιπλέον, έχουν στίχους με πολλά νοήματα.

Ε: Σου αρέσει και Έιμι Γουάινχαζουζ, όμως. Η μακαρίτισσα δεν ήταν και το κορίτσι που θα περίμενες ν’ ακούγεται μέσα σε περιπολικό.  

Α: Άλλο ο καλλιτέχνης σαν άτομο και άλλο σαν δημιουργός. Χιλιάδες τα παραδείγματα, δεν περιμένεις από μένα να σ’ τα πω. Η Έιμι είχε –έχει!– από εκείνες τις φωνές που σου ανοίγουν την καρδιά και στάζουν μέσα μέλι, βάλσαμο, μια γλύκα που σε κάνει να ξεχνάς τα βάσανά σου. Και μ’ αρέσει η μουσική των τραγουδιών της γιατί είναι τζαζ, αλλά όχι πολύ τζαζ, που δεν την καταλαβαίνω.

Ε: Ας το γενικεύσω λίγο: Θεωρείς τα γούστα σου στις τέχνες συμβατά με το επάγγελμά σου; Λες να υπάρχουν κι άλλοι αστυνόμοι που ακούνε μουσική, πηγαίνουν σε συναυλίες, διαβάζουν λογοτεχνία;

Α: Δεν λέω ότι είναι η πλειοψηφία, αλλά απεχθάνομαι τις γενικεύσεις. Ο βοηθός μου ο Παρασκευάς τρελαίνεται για ελληνικό ροκ, κι έχω γνωρίσει συναδέλφους που τους αρέσει ο κινηματογράφος και η κλασική μουσική. Και δεν εννοώ μόνο την υπαστυνόμο Ζερβουδάκη. Άλλωστε, στις συναυλίες του Μάλαμα και του Πορτοκάλογλου πάει όλος ο κόσμος. Διαπιστωμένο.

Ε: Ας μην ανοίξουμε την κουβέντα για τις φυλές του γούστου, θα πάει μακριά η βαλίτσα. Πάμε καλύτερα σ’ αυτό που κάνεις, στη δουλειά σου. Η εντύπωση που μου δίνεις είναι ότι δεν μπαίνεις σε μια υπόθεση προκατειλημμένος. Μοιάζεις σαν να συμπαθείς ακόμα και τους “κακούς”. Από την άλλη, αποστασιοποιείσαι αρκετά ώστε να είσαι αποτελεσματικός στις έρευνες. Θέλω να πω, πώς και δεν έχεις εμμονές, με τη δουλειά που κάνεις;

Α: Επειδή έχω διαβάσει πάρα πολλά αστυνομικά βιβλία, έχω συνειδητοποιήσει ότι καλοί αστυνομικοί είναι οι ανοιχτόμυαλοι. Εντάξει, στην Ελλάδα δεν είναι πολλοί οι ανοιχτόμυαλοι άνθρωποι – σε κανένα επάγγελμα, είτε είναι μπάτσοι, είτε γιατροί, είτε ταξιτζήδες. Αλλά εμένα τα πρότυπά μου είναι οι ευφυείς άνθρωποι. Δεν είμαι πολύ της δράσης. Κι αν δεχτούμε ότι έχω εμμονές, αυτές αφορούν τη διαλεκτική σκέψη και τα λογικά συμπεράσματα. Νήρο Γουλφ, Πουαρό, Σέρλοκ Χολμς: αυτοί είναι τα ινδάλματά μου.

Ε: Εν ολίγοις, έχεις όλα τα δεδομένα του προβλήματος, κάτσε τώρα και σκέψου τη λύση.

Α: Ακριβώς. Και χωρίς πολύ τρέξιμο, ει δυνατόν.

Ε: Η πρώτη σου δημοσιευμένη ιστορία διαδραματίζεται το 2005 και η δεύτερη το 2007. Στο ενδιάμεσο τι έκανες;

Α: Έχω δική μου ζωή και προσπαθώ να τη βελτιώσω όσο μπορώ. Μου αρέσουν τα ταξίδια και βλέπω φανατικά ντοκιμαντέρ για άλλες πόλεις και χώρες. Στο μεσοδιάστημα των δύο ιστοριών, διαλεύκανα τέσσερις-πέντε δολοφονίες: ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που το είχε δολοφονήσει ένας ανιψιός για την κληρονομιά, μια φοιτήτρια που τη σκότωσε ο πρώην φίλος της, έναν μετανάστη που τον έσφαξαν χρυσαυγίτες. Και άλλες τόσες που είναι ακόμα υπό έρευνα. Αλλά βλέπεις, η Χίλντα ενδιαφέρεται πολύ για τη μουσική και γράφει για μένα μόνο όταν οι υποθέσεις που αναλαμβάνω προσφέρονται για μιούζικαλ νουάρ.

Ε: Τέλειο! Νομίζω ότι μόλις μου έδωσες και τον τίτλο της συνέντευξης.

Α: “Μιούζικαλ νουάρ”; Ωραία! Πας να με κάψεις, έτσι; Σα να τη βλέπω τη Χίλντα να ταλαντεύεται μεταξύ backspase και delete.

Ε: Δεν κινδυνεύεις με διαγραφή πλέον, και το ξέρεις. Ό,τι γράφει, δεν ξεγράφει.

Α: Ναι, αλλά ό,τι γράφει, συνεχίζει να γράφει. Έχω κι ένα μέλλον να φροντίσω.

Ε: Αλήθεια, τι έκανες από το 2007 μέχρι σήμερα;

Α: Τέτοιες πληροφορίες δεν μπορώ να σου αποκαλύψω. Μου έχει βάλει φραγή η Χίλντα.

Ε: Κατανοητό. Απάντησέ μου τότε εντελώς υποθετικά στο πώς φαντάζεσαι τον εαυτό σου πολλά χρόνια από τώρα, ας πούμε κοντά στη συνταξιοδότησή σου.

Α: Χμ. Εύχομαι να έχω φτιάξει οικογένεια. Με απασχολεί αυτό το θέμα, δεν θέλω να γεράσω μόνος. Επίσης, θέλω να έχω γυρίσει τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, να έχω δει τα πιο μεγάλα μουσεία και τα ποτάμια. Μου αρέσουν πολύ τα ποτάμια και οι γέφυρες. Και τέλος, με φαντάζομαι να μένω σε μονοκατοικία και να έχω ένα σκύλο και δύο γάτες.

Ε: Για μισό λεπτό, μην πας να περάσεις έτσι γρήγορα τον κάβο. Είπες ότι δεν θέλεις να γεράσεις μόνος σου – παρεμπιπτόντως, ξέχασα να ρωτήσω, τι κάνει η μητέρα σου;

Α: Άλλη ερώτηση.

Ε: Ναι, έλεγα ότι στις τελευταίες σελίδες που διαβάσαμε για σένα, μείναμε με την εντύπωση ότι κάτι πάει ν’ αλλάξει στα αισθηματικά σου. Είχαμε εξελίξεις;

Α: Μα ποιον ενδιαφέρουν αυτά;

Ε: Δεν έχεις ιδέα!

Α: Κωλύομαι. Ένα θα σου πω και βγάλε τα συμπεράσματά σου: η Χίλντα λέει ότι μέχρι και οι χαρακτήρες του Ντίσνεϊ εξελίσσονται.

Ε: Δεκτό. Μιας και ανάφερες –ξανά!– τη Χίλντα, ας μείνουμε εδώ.

Α: Ευχαρίστως. Αγαπημένο μου θέμα συζήτησης, πρέπει να πω. Και με ελάχιστες ευκαιρίες να το πω. Το δικό μου big bang έγινε στο πληκτρολόγιό της, ψέματα;

Ε: Όχι, αλήθεια είναι. Για πες μου, λοιπόν. Πολλοί συγγραφείς έχουν κατά καιρούς δηλώσει ότι οι ήρωές τους από ένα σημείο και μετά παίρνουν μόνοι τους τις αποφάσεις τους. Δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο, υπαγορεύουν στον δημιουργό τους τη συνέχιση της πλοκής και την ανάπτυξη του ίδιου τους του χαρακτήρα. Σου έχει συμβεί αυτό;

Α: Στην αρχή, η Χίλντα με προόριζε για δευτερεύοντα χαρακτήρα, το έχει παραδεχτεί και δημοσίως. Δεν με είχε ικανό για πολλά. Ουσιαστικά με χρειαζόταν για να γίνομαι ρεζίλι όταν θα προσπαθούσα να συζητήσω με την παρέα του Φώντα. Μια καρικατούρα! Τότε ήταν που χτύπησα το χέρι στο πληκτρολόγιο και της έσπασα τον τσαμπουκά…  Αστειεύομαι!  Μόνη της αποφάσισε να μου δώσει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Ε: Γιατί;

Α: Δεν ξέρω, θα πρέπει να ρωτήσεις την ίδια. Εγώ δεν την έχω ρωτήσει ποτέ γιατί θέλω να μείνω με την εντύπωση ότι στην πορεία με βρήκε τόσο ακαταμάχητο που δεν μπόρεσε να μου αντισταθεί.

Ε: Συνεπώς, να υποθέσω ότι δεν πολυσυζητάτε τις υποθέσεις σου.

Α: Α, όχι, τις συζητάμε. Αλλά όχι ανταγωνιστικά. Όχι πια. Τώρα, θα έλεγα ότι… συσκεφτόμαστε. Υπάρχει αυτή η λέξη; [Του δείχνω με νοήματα ότι δεν έχει σημασία, και τον προτρέπω να συνεχίσει.] Συμβαίνει κάτι περίεργο: όσο πιο πολύ αυτονομούμαι ως χαρακτήρας, άρα απομακρύνομαι από τη χειρίστρια των νημάτων μου, τόσο πιο άνετα αισθάνομαι με τη φωνή της μέσα στο κεφάλι μου.

Ε: Τη φωνή της μέσα στο κεφάλι σου;

Α: Ναι. Δεν ξέρω πώς να σου δώσω να καταλάβεις τι εννοώ. Δεν μου “μιλάει” [εδώ κάνει με τα χέρια εισαγωγικά στον αέρα, κατά το αγγλοσαξονικό πρότυπο], δεν ακούω “φωνές” [πάλι εναέρια εισαγωγικά]. Περισσότερο είμαι η φωνή της. Ή είναι η φωνή μου. Δεν ξέρω… Κατάλαβες;

Ε: Νομίζω πως ναι.

Α: Στην πράξη, βέβαια, δεν μπορώ να κάνω ό,τι θέλω. Αλλά ούτε εκείνη μπορεί να με βάλει να κάνω κάτι που δεν θέλω. Ισορροπία, με μία λέξη.

Ε: Άραγε, αν σχεδίαζες εσύ τον εαυτό σου, τι θα είχες κάνεις διαφορετικά;

Α: Όλο υποθετικές ερωτήσεις μού κάνεις. Εγώ είναι πρακτικός άνθρωπος… Δεν ξέρω. Ίσως να τα έκανα όλα αλλιώς και όλα λάθος.

Ε: Δηλαδή;

Α: Ε, ξέρεις τώρα. Ο Φίλιπ Μάρλοου προϊστάμενος  του Τμήματος Ανθρωποκτονιών,  ένα πράμα. Περπατημένος, γυναικάς, πότης. Ετοιμόλογος. Όλο το πακέτο. Αλλά δεν είμαι έτσι. Και καλύτερα, να σου πω. Αισθάνομαι ο εαυτός μου έτσι όπως με σχεδίασε. Μόνο χοντρό να μην με έκανε!

Ε: Μα δεν είσαι χοντρός! Καθώς ερχόσουν, είπα μέσα μου, αυτός του μοιάζει, αλλά του λείπουν είκοσι κιλά.

Α: Εικοσιπέντε, αλλά μην το πεις στη Χίλντα. Κάνω δίαιτα στα κρυφά!

Ε: Cherche la femme μου μυρίζει, Χάρη!

Α: Είπαμε, κάνω δίαιτα! [Μόλις μου έκλεισε το μάτι ή μου φάνηκε;]

Ε: Νομίζω πως τελειώσαμε. Τελευταία ερώτηση: Μπορείς να μου αποκαλύψεις κάτι, να μου δώσεις έστω μια ιδέα, από την επόμενη “μουσική” υπόθεση που θα αναλάβεις να διαλευκάνεις;

Α: Ούτε με σφαίρες! Θα με σκοτώσει αν μου ξεφύγει τίποτα, και μετά θα ξεμείνει από ήρωα. Πάντως έπεσες μέσα σ’ ένα πράγμα: πάλι μιούζικαλ νουάρ θα ανεβάσουμε.

Ε: Έλα, τώρα! Ούτε off the record;

Α: Ούτε για όλους τους ρέκορντ του κόσμου!

Ε: Αν είχα να προσφέρω για μία πληροφορία όλα τα βινύλια του κόσμου, Χάρη, θα ρωτούσα την ίδια, η οποία, και μην το πάρεις στραβά, θα δεχότανε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Α: Είμαι βέβαιος.

Ε: Σ’ ευχαριστώ για το χρόνο σου.

Α: Κι εγώ τον ευχαριστώ. Γιατί τον θέλω στο πλάι μου.